Ιστορίες της Πόλης

Ιστορία

Σημαντικά γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της πόλης.

Φωτογραφία: Spiridon Ion Cepleanu, CC BY-SA 4.0

← Πίσω στο ALX.GR
Πώς η πόλη πήρε το όνομά τηςΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟΝΕΟ
Ιστορία

Πώς η πόλη πήρε το όνομά της

Η σημερινή Αλεξανδρούπολη ιδρύθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα ως μικρός παραθαλάσσιος οικισμός από ψαράδες που προέρχονταν κυρίως από την Αίνο και τα γύρω χωριά. Κατά την οθωμανική περίοδο έγινε γνωστή ως Δεδέαγατς, ονομασία που συνδέεται με μια παλιά τοπική παράδοση. Το όνομα «Δεδέαγατς» προέρχεται από τις τουρκικές λέξεις dede («γέροντας» ή «παππούς») και ağaç («δέντρο») και αποδίδεται ως «δέντρο του παππού». Σύμφωνα με την παράδοση, ένας ηλικιωμένος δερβίσης έζησε για πολλά χρόνια κάτω από ένα μεγάλο δέντρο και τάφηκε δίπλα του. Το δέντρο αυτό έγινε σημείο αναφοράς για την περιοχή και έδωσε το όνομά της στον οικισμό. Μετά την απελευθέρωση της πόλης στις 14 Μαΐου 1920, αποφασίστηκε να αντικατασταθεί η οθωμανική ονομασία με το όνομα «Νεάπολη», που σημαίνει «νέα πόλη». Στις 8 Ιουλίου 1920, ο νεαρός βασιλιάς Αλέξανδρος Α΄ επισκέφθηκε την πόλη και έφτασε στο λιμάνι της. Η επίσκεψη αποτέλεσε σημαντικό γεγονός για τη νεοαπελευθερωμένη πόλη. Ο τότε δήμαρχος Εμμανουήλ Αλτιναλμάζης ανακοίνωσε στον βασιλιά την απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου να δοθεί στην πόλη το όνομά του, ως ένδειξη τιμής για την επίσκεψή του. Έτσι καθιερώθηκε σταδιακά η ονομασία «Αλεξανδρούπολη», προς τιμήν του βασιλιά Αλεξάνδρου Α΄. Η νέα ονομασία επισημοποιήθηκε διοικητικά το φθινόπωρο του 1921, αντικαθιστώντας οριστικά το «Δεδέαγατς».

Το ρυμοτομικό σχέδιο και οι Ρώσοι μηχανικοίΝΕΟ
Ιστορία

Το ρυμοτομικό σχέδιο και οι Ρώσοι μηχανικοί

Για δεκαετίες κυκλοφορεί η παράδοση ότι το φαρδύ ρυμοτομικό σχέδιο του κέντρου της Αλεξανδρούπολης - παράλληλοι δρόμοι χωρίς αδιέξοδα, σε πλήρη αντίθεση με τα στενά σοκάκια των οθωμανικών πόλεων της εποχής - είναι έργο Ρώσων αξιωματικών που είχαν εγκατασταθεί στο τότε Δεδέαγατς κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78. Πρόσφατη έρευνα, βασισμένη σε κωνσταντινουπολίτικο τύπο της εποχής, αμφισβητεί αυτή την εκδοχή: η ρωσική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή κράτησε μόλις έναν χρόνο, ενώ το Δεδέαγατς ήταν τότε ένας μικρός οικισμός χωρίς πιεστική ανάγκη πολεοδομικού σχεδιασμού. Το σχέδιο φαίνεται πως διαμορφώθηκε ουσιαστικά γύρω στο 1885, μέσα από συνεργασία της οθωμανικής διοίκησης με την εταιρεία των Ανατολικών Σιδηροδρόμων - επτά χρόνια μετά την αποχώρηση των Ρώσων. Παρά την αμφισβήτηση της προέλευσής του, το αποτύπωμα του σχεδίου παραμένει ευδιάκριτο στο κέντρο της σημερινής πόλης ως σήμερα.

14 Μαΐου: Η Απελευθέρωση της πόληςΝΕΟ
Ιστορία

14 Μαΐου: Η Απελευθέρωση της πόλης

Σύντομη ιστορική διαδρομή από τους Βαλκανικούς Πολέμους έως την οριστική ενσωμάτωση στην Ελλάδα. Στις 8 Νοεμβρίου 1912, κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, το Δεδέαγατς καταλήφθηκε από βουλγαρικές δυνάμεις. Στις 11 Ιουλίου 1913, κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, απελευθερώθηκε προσωρινά από ελληνικές δυνάμεις (με σημαντική συμβολή του ελληνικού στόλου και του θωρηκτού «Αβέρωφ» υπό τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη). Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) η πόλη και η υπόλοιπη Δυτική Θράκη παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Συνθήκη του Νεϊγύ (1919), η Δυτική Θράκη τέθηκε υπό προσωρινή Διασυμμαχική (κυρίως γαλλική) διοίκηση. Η οριστική απελευθέρωση ήρθε στις 14 Μαΐου 1920. Ελληνικά στρατεύματα (κυρίως η Μεραρχία Ξάνθης υπό τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν που αποβιβάστηκε από τη θάλασσα, σε συντονισμό με την 9η Μεραρχία Σερρών υπό τον Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη) εισήλθαν στην πόλη. Υποστάληκε η γαλλική σημαία και υψώθηκε η ελληνική. Αρχικά μετονομάστηκε σε Νεάπολη και λίγο αργότερα σε Αλεξανδρούπολη, προς τιμήν του βασιλιά Αλεξάνδρου Α΄ που επισκέφθηκε την πόλη. Η 14η Μαΐου γιορτάζεται κάθε χρόνο στην Αλεξανδρούπολη ως τοπική αργία, γνωστή ως «Ελευθέρια».

Η Ιστορία της ΑλεξανδρούποληςΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟΝΕΟ
Ιστορία

Η Ιστορία της Αλεξανδρούπολης

Στο νοτιοανατολικό άκρο της Δυτικής Θράκης, ανθρώπινη κατοίκηση παρουσιάζεται ήδη από τα νεολιθικά χρόνια (4500-3000 π.Χ.). Για την Εποχή του Χαλκού δεν υπάρχουν πολλές ενδείξεις, όμως στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (1050-650 π.Χ.) εγκαθίστανται στην περιοχή τα θρακικά φύλα - ανάμεσά τους οι Κίκονες, ο περίφημος λαός με τον οποίο συγκρούστηκε ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του κατά την επιστροφή τους από την Τροία, λεηλατώντας την πόλη τους, τον Ίσμαρο. Ρωμαϊκά οδοιπορικά του 4ου αιώνα και γραπτά του Ηροδότου ταυτίζουν τη θέση με την αρχαία πόλη Σάλη, περίπου 11 χλμ. δυτικά της Τραϊανούπολης. Στη βυζαντινή περίοδο, η περιοχή έπαιξε σημαντικό ρόλο ως σύνορο με την Κωνσταντινούπολη και φυλασσόταν από ισχυρές στρατιωτικές εγκαταστάσεις· τους επόμενους αιώνες, ως και τον 19ο, φαίνεται να ερημώνει και να καλύπτεται από δάση. Η σημερινή πόλη ξεκινά από έναν μικρό ψαράδικο οικισμό που ίδρυσαν τον 19ο αιώνα Αινίτες, Μακρινοί και Μαρωνίτες ψαράδες, ονομάζοντάς τον Δεδέ-Αγάτς. Για το όνομα κυκλοφορούν διάφορες εκδοχές - δύο από τις πιο διαδεδομένες το συνδέουν είτε με έναν Τούρκο ιερωμένο (ντεντέ) που τάφηκε κάτω από μια αιωνόβια βελανιδιά (αγάτς), είτε απλώς με τις πολλές βελανιδιές της παραλίας. Η καθοριστική στιγμή ήρθε το 1871, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποφάσισε να περάσει ο σιδηρόδρομος από την πόλη· μέσα σε λίγα χρόνια έφτασαν Έλληνες, Αρμένιοι, Τούρκοι, Φραγκολεβαντίνοι, Εβραίοι και Βούλγαροι έμποροι και τεχνίτες, φτιάχνοντας μια νέα πολυπολιτισμική εμπορική πόλη, κόμβο για όλα τα εμπορεύματα της Θράκης. Ως το 1912 λειτουργούσαν εκεί οκτώ ξένα προξενεία. Το 1878, με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, το Δεδέ-Αγάτς πέρασε για περίπου έναν χρόνο υπό ρωσική στρατιωτική διοίκηση, στο πλαίσιο του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1877-78, παραμένοντας ωστόσο τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (ως έδρα του Σαντζακίου Δεδέαγατς, στο Βιλαέτι Αδριανουπόλεως) μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους. Για δεκαετίες κυκλοφορούσε η παράδοση ότι το φαρδύ, κάθετο προς την παραλία ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης είναι έργο Ρώσων μηχανικών εκείνης της εποχής· πρόσφατη έρευνα, βασισμένη σε κωνσταντινουπολίτικο τύπο της εποχής, δείχνει όμως πως πρόκειται μάλλον για μύθο, αφού το Δεδέ-Αγάτς ήταν τότε ένας μικρός οικισμός χωρίς άμεση ανάγκη πολεοδομικού σχεδιασμού και η ρωσική στρατιωτική παρουσία κράτησε ελάχιστο διάστημα. Το σχέδιο φαίνεται πως διαμορφώθηκε ουσιαστικά γύρω στο 1885, μέσα από συνεργασία της οθωμανικής διοίκησης με την εταιρεία των Ανατολικών Σιδηροδρόμων, και παραμένει ουσιαστικά αναλλοίωτο ως σήμερα. Η ανάπτυξη της πόλης συνεχίστηκε με δημόσια έργα, ναούς, σχολεία και νοσοκομείο· το 1897 η πόλη υποδέχτηκε το Orient Express, ενώ το 1905 διορίστηκε εκεί υποπρόξενος ο Ίων Δραγούμης. Το 1912, με τους Βαλκανικούς Πολέμους, βουλγαρικά στρατεύματα κατέλαβαν την πόλη, κατάληψη που επισημοποιήθηκε το 1913 με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου· πολλοί Έλληνες έφυγαν, βλέποντας μνημεία και αρχεία να καταστρέφονται. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Συνθήκη του Νεϊγύ (1919), η περιοχή διοικήθηκε προσωρινά από Διασυμμαχική Διοίκηση υπό τον Χαρίσιο Βάμβακα, συνεργάτη του Ελευθέριου Βενιζέλου, ώσπου ήρθε η 14η Μαΐου 1920: η 9η Μεραρχία Σερρών, υπό τον Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, απελευθέρωσε την πόλη - υποστολή της γαλλικής σημαίας, έπαρση της ελληνικής, παράδοση από τον αστυνομικό διευθυντή Κ. Δανιήλ. Η πόλη πήρε πρώτα το όνομα Νεάπολη, που όμως δεν κράτησε πολύ: οι τοπικές αρχές τη μετονόμασαν σε Αλεξανδρούπολη προς τιμήν του βασιλιά Αλεξάνδρου, που πέρασε από την περιοχή πηγαίνοντας να απελευθερώσει την Αδριανούπολη. Λίγο αργότερα η πόλη έδωσε στέγη σε πρόσφυγες από τη Σμύρνη. Η Συνθήκη της Λωζάνης (1923) επικύρωσε τελικά τη Συνθήκη του Νεϊγύ, παραχωρώντας τη Δυτική Θράκη στην Ελλάδα (με αντάλλαγμα την Ανατολική Θράκη στην Τουρκία). Ακολούθησε μια περίοδος αναγέννησης με πνευματικούς ηγέτες όπως ο Θεόδωρος Καστανός, ο Αθανάσιος Σπανός και ο Αχιλλέας Σαμοθράκης, που διακόπηκε ξανά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και νέα βουλγαρική κατοχή. Η απελευθέρωση ήρθε με τον πρώτο υφυπουργό Γενικό Διοικητή Αλέξανδρο Παπαθανάση, και η πόλη ξαναβρήκε τον ρυθμό της, αναπτυσσόμενη σταθερά ως σήμερα. Η Αλεξανδρούπολη είναι πλέον το διοικητικό κέντρο του Έβρου, με 59.723 κατοίκους στην πόλη και 71.751 σε επίπεδο δήμου (απογραφή 2021), έδρα της Ιατρικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, με ενεργό λιμάνι, αεροδρόμιο και μια πολυπολιτισμική κληρονομιά ορατή ακόμα στην αρχιτεκτονική και τις ιστορίες της. Τα τελευταία χρόνια το λιμάνι της έχει αναδειχθεί σε στρατηγικό ενεργειακό και λογιστικό κόμβο: από τον Οκτώβριο του 2024 λειτουργεί εμπορικά ο πλωτός τερματικός σταθμός υγροποιημένου φυσικού αερίου (FSRU) ανοιχτά της πόλης, ο πρώτος του είδους στην Ελλάδα, ενισχύοντας την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης· το λιμάνι παραμένει σε κρατική ιδιοκτησία και έχει αποκτήσει αυξημένη σημασία και ως σημείο διέλευσης στρατιωτικών δυνάμεων συμμαχικών χωρών.

Δεδέαγατς 1870-1920: από ψαροχώρι σε πόλη 8 προξενείωνΝΕΟ
Ιστορία

Δεδέαγατς 1870-1920: από ψαροχώρι σε πόλη 8 προξενείων

Η Αλεξανδρούπολη είναι η νεότερη πόλη της Θράκης. Δεν υπήρχε το 1821. Γεννήθηκε το 1870 επειδή απέτυχε η Αίνος να γίνει λιμάνι. Σε 40 χρόνια, από έρημη παραλία έγινε διοικητική πρωτεύουσα Σαντζακίου με 8 προξενεία, 6 εκκλησίες και 2 τζαμιά. Το όνομά της Δεδέαγατς σημαίνει στα τουρκικά «δέντρο του γέρου» - Dede γέρος, agac δέντρο. 1870-1872: Ο σιδηρόδρομος γεννάει μια πόλη Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854-1856) η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποφασίζει να συνδεθεί με την Ευρώπη. Το 1861 γίνεται σουλτάνος ο Αβδούλ Αζίζ που θέλει άνοιγμα στη Δύση. Στις 17 Απριλίου 1869 υπογράφεται σύμβαση με τον γερμανο-εβραίο επιχειρηματία Μόριτζ φον Χιρς. Ιδρύει την εταιρεία «Αυτοκρατορικοί Σιδηρόδρομοι της Ευρωπαϊκής Τουρκίας» με έδρα το Παρίσι. Στόχος: γραμμή Κωνσταντινούπολη - Βιέννη μέσω Αδριανούπολης, Σόφιας, Νις, Σαράγεβο, Μπάνια Λούκα. Το δίκτυο είχε 4 διακλαδώσεις: Edirne-Dedeagac, Plovdiv-Burgas, Nis-Σερβία, Pristina-Θεσσαλονίκη. Η γραμμή Αδριανούπολη (Κάραγατς) - Δεδέαγατς αρχίζει Μάιο 1871 και ολοκληρώνεται Ιούνιο 1872. Αρχικά υπήρχε σκέψη να καταλήγει στην Αίνο. Αλλά το ελώδες και σαθρό έδαφος και η λάσπη που αχρήστευε το λιμάνι - δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν μεγάλα σκάφη - έκανε το έργο ασύμφορο. Προτιμήθηκε η οικονομική λύση: η γραμμή να κινηθεί παράλληλα με τη δυτική όχθη του Έβρου και να καταλήξει στον έρημο όρμο του Δεδέαγατς. Το 1872, όπως γράφει το 3ο Γυμνάσιο Αλεξανδρούπολης « Δόμνα Βισβίζη », αρχίζουν να κατασκευάζονται τα πρώτα κτίρια: σιδηροδρομικός σταθμός, αποθήκες, τελωνείο, οικήματα για διοίκηση, υπαλλήλους και εργάτες. Ο ατμοκίνητος αλευρόμυλος του Γεωργίου Πρωτόπαπα χτίζεται το 1874 δίπλα στον σταθμό. Το πρώτο ιστορικό του Δεδέαγατς (1875) Το πρώτο ιστορικό μας το δίνει ο πρόξενος Αδριανουπόλεως Κ. Βατικιώτης αρχές 1875 σε υπόμνημα προς το Υπουργείο Εξωτερικών: «Το Δεδεαγάτσιον, έρημος το πριν παραλία, κατέστη γνωστόν αφ' ης οι μελετήσαντες και αναλαβόντες την κατασκευήν των σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Τουρκίας απεφάσισαν να κατασκευάσωσιν εν αυτώ την κεφαλήν των θρακικών και βουλγαρικών σιδηροδρόμων... ...οι δημητριακοί καρποί της Θράκης, νυν αποστέλλονται διά του σιδηροδρόμου... και η εξαγωγή των άλλων πλουσίων προϊόντων ενεργείται νυν αποκλειστικώς σχεδόν διά του Δεδεαγατσίου... Διά τούτο συρρέουν και συνοικίζονται εν Δεδεαγατσίω πάσης εθνικότητος άνθρωποι... και η πρώην έρημος αύτη παραλία θέλει μεταβληθή εις πόλιν... Οι εγκατεστημένοι εν Δεδεαγατσίω Έλληνες υπήκοοι, εισίν περί τους πεντήκοντα, διάφορα μετερχόμενοι επαγγέλματα... Συνέστησαν δε νυν αδελφότητα όπως φροντίση ου μόνον περί οικοδομής και συντηρήσεως ορθοδόξου εκκλησίας, αλλά και όπως υποστηρίξη τα ελληνικά σχολεία των γειτνιαζόντων χωρίων.» Οι πρώτοι οικιστές προέρχονταν από Αίνο, Μαρώνεια, Μάκρη, Σαμοθράκη και ευρύτερη Θράκη. Μαζί Ευρωπαίοι υπάλληλοι των Ανατολικών Σιδηροδρόμων, στελέχη τουρκικής διοίκησης, Αρμένιοι και Εβραίοι. 1896: Η δεύτερη γραμμή - το Δεδέαγατς γίνεται κόμβος Το 1893 υπογράφεται σύμβαση με όμιλο τραπεζών και δημιουργείται η εταιρεία «Chemin de fer jonction» (JSC) που αναλαμβάνει τη γραμμή Θεσσαλονίκη-Δεδέαγατς. Σχεδιάστηκε 15χλμ από τη θάλασσα για να είναι εκτός βεληνεκούς εχθρικών πλοίων, με εισηγήσεις αξιωματικών του Οθωμανικού στρατού, με στρατιωτικές στάσεις. Παραδίδεται τέλος Μαρτίου 1896. Αρχικά τερμάτιζε στο Φερετζίκ (Φέρες) όπου πλήρωνε διόδια στην εταιρεία Ανατολικών Σιδηροδρόμων. Το 1909 μετά από διαπραγμάτευση στρώνονται οι γραμμές Ποταμού-Δεδέαγατς, με δικούς της σταθμούς, πρόσβαση στην πόλη και το λιμάνι. Τερμάτιζε πάνω από το σημερινό στάδιο - εκεί ήταν ο κεντρικός σταθμός. Ο σταθμός βομβαρδίστηκε 1915 από αγγλογαλλικά πλοία στον Α' Παγκόσμιο και καταστράφηκε. Μετά λειτούργησε ο σταθμός στο σημερινό ΚΑΠΗ. Η «Γκαρ Μιλιτέρ» (στρατιωτική στάση) είναι σήμερα παιδικός σταθμός οδού Ρόδου. Μετά τη δεύτερη γραμμή, το Δεδέαγατς γίνεται εμπορικό κέντρο. Το 1900 ο πληθυσμός έχει υπερδιπλασιαστεί και φτάνει 8.000 με υπεροχή αστικού-εμπορικού στοιχείου. Όλα τα σιτηρά της Θράκης φεύγουν από το λιμάνι. 1910: Η πόλη των 8 προξενείων Το 1878 συστάθηκε το Σαντζάκι του Διδυμοτείχου από εδάφη Καλλίπολης, Αδριανούπολης και Σαμοθράκης (που ανήκε ως τότε στο Βιλαέτι Αρχιπελάγους). Έδρα αρχικά Διδυμότειχο, μεταφέρθηκε στο Δεδέαγατς το 1884. Το Σαντζάκι είχε 3 καζάδες: Δεδέαγατς (Φερετζίκ, Μεκρί, Σαχίνλερ, Σαμοθράκη, Δογανχισάρ), Σουφλίου, Αίνου. Το 1910, σύμφωνα με έρευνα του Ιωάννη Σιδηρά, η πόλη είναι διοικητική πρωτεύουσα Σαντζακίου, υπάγεται στο Βιλαέτι Αδριανουπόλεως, δεύτερη εκκλησιαστική έδρα Ιεράς Μητροπόλεως Αίνου (μητροπολίτης Ιωακείμ Γεωργιάδης). Συνδέεται οδικώς και σιδηροδρομικώς με Κωνσταντινούπολη και Θεσσαλονίκη (12 ώρες), δια θαλάσσης με Καβάλα (8 ώρες). Πληθυσμός 1910: 2.310 Έλληνες, 1.542 Μωαμεθανοί, 369 Βούλγαροι, 325 Αρμένιοι, 230 Ιουδαίοι, 100 καθολικοί. Εκκλησίες: 1 ελληνική με 3 ιερείς, 1 βουλγαρική, 1 αρμενική, 1 συναγωγή, 1 καθολική, 2 τεμένη. Σχολεία: Επτατάξια Αστική Σχολή Αρρένων με 430 μαθητές και 5 δασκάλους, Παρθεναγωγείο εξατάξιο με 133 μαθήτριες και 6 δασκάλισσες, νηπιαγωγείο με 130 νήπια. Τουρκική σχολή 200 μαθητές, βουλγαρική 46, αρμενική 50, εβραϊκή 30, καθολική 25. Σωματεία: Σύλλογος Φιλόμουσων, Ελληνική Λέσχη, Μουσικός Σύλλογος, Οθωμανική Λέσχη Νεοτουρκικού Κομιτάτου (1908). Αρχές: Μουτεσαφίρης (διοικητής), στρατιωτικός διοικητής, μουδίρης φόρων, αρχηγός χωροφυλακής, διευθυντής αστυνομίας, λιμενάρχης, τελώνης, δήμαρχος, μηχανικός, ιατρός, κτηνίατρος, διευθυντής υγειονομικού, μουδίρης ταχυδρομείου και τηλεγραφείου. Λειτουργούσαν: Αυστριακό και Γαλλικό ταχυδρομείο, στρατιωτικό και δημοτικό νοσοκομείο, υποκατάστημα Οθωμανικής Αυτοκρατορικής Τράπεζας, Τράπεζας Θεσσαλονίκης, Γερμανικής Ανατολικής Τράπεζας. Προξενεία: Αγγλίας, Αυστροουγγαρίας, Γερμανίας, Γαλλίας, Ελλάδος, Ιταλίας, Περσίας και Ρωσίας - 8 προξενεία. Επαγγέλματα (1910): έμποροι αλεύρων, εργοστασιάρχες αεριούχων, αμαξηλάτες, ανθρακέμποροι, ασφαλιστές ζωής/θαλάσσης/πυρός, ατμομυλωνάδες, βιβλιοπώλες, γαλακτοπώλεις, σιτέμποροι, δικηγόροι, εκτελωνιστές, γιατροί, καπνέμποροι, καφενέδες, οινοπώλες, πανδοχείς, πράκτορες ατμοπλοϊκών, ράπτες, τραπεζίτες, τυπογράφοι, φαρμακοποιοί, χρυσοχόοι, ωρολογοποιοί. 1912-1920: Τρεις κατοχές, μία απελευθέρωση 8 Νοεμβρίου 1912: Βούλγαροι καταλαμβάνουν Δεδέαγατς στον Α' Βαλκανικό, απωθούν Τούρκους μέχρι Τσατάλτζα. Συνθήκη Λονδίνου 30 Μαΐου 1913. 11 Ιουλίου 1913: Ελληνικός στρατός καταλαμβάνει προσωρινά Δεδέαγατς στον Β' Βαλκανικό. Συνθήκη Βουκουρεστίου 1913: Δεδέαγατς δίνεται στη Βουλγαρία ως μόνο επίνειο στο Αιγαίο (110 χλμ ακτή). 1913-1919: Βουλγαρική διοίκηση. 14 Μαΐου 1920: Απελευθέρωση. Το Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας υπό Υποστράτηγο Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη παίρνει συμμαχική εντολή. Επιχείρηση από ξηρά (Ξάνθη) και θάλασσα - αποβίβαση στο λιμάνι με οπλιταγωγό Μυκάλη, τμήματα Μεραρχίας Ξάνθης του Μαζαράκη-Αινιάν . Το Δεδέαγατς μετονομάζεται αρχικά Νεάπολη (πρόταση Αχιλλέα Σαμοθράκη ) και μετά Αλεξανδρούπολη προς τιμήν Αλεξάνδρου Α' . Το 1929 οι Ανατολικοί Σιδηρόδρομοι εκχωρούνται σε γαλλική εταιρεία «Γαλλοελληνικοί Σιδηρόδρομοι» (Compagnie Franco-hellenique), το 1954 εξαγοράζονται από ελληνικό δημόσιο και εντάσσονται σε ΣΕΚ, μετέπειτα ΟΣΕ (1971). Επίσκεψη σήμερα Το κτίριο διοίκησης ΓΕΣ είναι σήμερα γραφεία ΟΣΕ. Ο σταθμός λιμένα, η Γκαρ Μιλιτέρ (παιδικός σταθμός Ρόδου), το τελωνείο του 1872 σώζονται.

1821 στη Θράκη: το σώμα Ορτακινών και το Ολοκαύτωμα της ΣαμοθράκηςΝΕΟ
Ιστορία

1821 στη Θράκη: το σώμα Ορτακινών και το Ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης

Η Αλεξανδρούπολη δεν υπήρχε το 1821 - ήταν ακόμα θάλασσα. Αλλά η Θράκη επαναστάτησε. Δεν μπορούσε να επαναστατήσει όπως ο Μοριάς - ήταν δίπλα στην Κωνσταντινούπολη, με ισχυρό τουρκικό στρατό, χωρίς βουνά για κλεφτοπόλεμο. Έτσι η επανάσταση πήρε άλλες μορφές: Φιλικοί, Ιερολοχίτες, και δύο γεγονότα που σημάδεψαν την περιοχή μας - το σώμα Ορτακινών και Μανδριτσιωτών που έφυγε για τον Υψηλάντη, και το Ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης την 1η Σεπτεμβρίου 1821. Προετοιμασία: Η Θράκη πριν το 1821 Η Θράκη είχε ήδη προετοιμαστεί πνευματικά. Από τον 15ο αιώνα οι κοινότητες λειτουργούσαν σχολεία και βιβλιοθήκες σε Αδριανούπολη, Φιλιππούπολη, Αίνο, Διδυμότειχο, Γανοχώρια, Σηλυβρία, Σωζόπολη. Πρωτεργάτης αφύπνισης ο Αδριανουπολίτης αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Πολυειδής με τους «Χρησμούς του Αγαθάγγελου» (1750) που προέλεγαν απελευθέρωση και είχαν τεράστια απήχηση στην αυλή της Αικατερίνης Β' στην Πετρούπολη. Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε 1814 στην Οδησσό από Ξάνθο, Σκουφά, Τσακάλωφ. Ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων αναφέρει 700 Φιλικούς, από τους οποίους 31 Θράκες, και σχολιάζει: «αν οι Έλληνες έμποροι της Δύσεως και του Βορρά εκυοφόρησαν την επανάστασιν του 1821 και Έλληνες της Οδησσού την εγέννησαν, Έλληνες της Θράκης την εθήλασαν». Τέταρτο μέλος της Φιλικής Εταιρείας, μαζί με τους τρεις ιδρυτές, ήταν ο Φιλιππουπολίτης έμπορος Αντώνης Κομιζόπουλος. Το σπίτι του σώζεται σήμερα στη Φιλιππούπολη ως εθνογραφικό μουσείο. Μεγάλος ρόλος και του Γρηγορίου Μαρασλή, του «Κόκκινου Σπιτιού» της Οδησσού που στέγασε το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού. Στην Αδριανούπολη, οι Φιλικοί συναντιόνταν στο σπίτι του Αμιρά κοντά στη μητρόπολη. Σπουδαιότεροι: Σωτήρης Κώκιας, Δημήτριος Χατζηστάνου, Δημήτριος Λέτζογλου. Το σώμα Ορτακινών και Μανδριτσιωτών (1821) Το πιο άμεσο γεγονός για την περιοχή Έβρου. Το 1821 ο επίσκοπος Λιτίτσης Σωφρόνιος, μέλος της Φιλικής Εταιρείας - η επισκοπή Λιτίτσης βρισκόταν στη Θράκη με έδρα το Ορτάκιοϊ της Βόρειας Θράκης - συγκρότησε επαναστατικό σώμα από Μανδριτσιώτες και Ορτακινούς, δηλαδή Έλληνες κατοίκους του Ορτάκιοϊ και της Μανδρίτσας. Διέσχισαν την τουρκοκρατούμενη Βουλγαρία και ενώθηκαν με τα στρατεύματα του Αλέξανδρου Υψηλάντη και έλαβαν μέρος στην επανάσταση της Μολδοβλαχίας. Μαζί τους πολέμησαν: Θανάσης Καραμπελιάς ή Μπελιάς από την Κορνοφωλιά Έβρου - είχε σχηματίσει αντάρτικο σώμα στο Σουφλί, μυήθηκε Φιλικός 1818, ακολούθησε Υψηλάντη. Συνελήφθη διασχίζοντας Ροδόπη και απαγχονίστηκε στην Αδριανούπολη (κατά άλλη προφορική παράδοση σώθηκε και πολέμησε στη νότια Ελλάδα, απαθανατίστηκε σε δημοτικά τραγούδια). Καρά-Γιάννης ή Γιάννης Καραφυλίδης από Σίδιον (Σαχίνκιοϊ Μαλγάρων) - σκοτώθηκε και ετάφη στην Οδησσό. Κατά προφορική παράδοση οδήγησαν μαζί 1.500 άνδρες από Θράκη στη Μολδοβλαχία. Γεώργιος Γιαννακούδης από Κορνοφωλιά - πολέμησε Μολδοβλαχία και νότια Ελλάδα και επέστρεψε σώος. Θράκη και Ιερός Λόχος - Δραγατσάνι Πολλοί νέοι Θράκες που σπούδαζαν σε πανεπιστήμια κεντρικής Ευρώπης και στις Αυθεντικές Ακαδημίες Βουκουρεστίου-Ιασίου πλαισίωσαν τον Ιερό Λόχο και έπεσαν στο Δραγατσάνι. Όσοι σώθηκαν περιθάλφθηκαν στην Οδησσό από Φιλικούς ή κατέφυγαν νότια - όπως οι αδελφοί Ξενοκράτη από Σαμάκοβο, που ο Κωνσταντίνος ίδρυσε σχολεία σε Βιζύη και Μεσολόγγι (Ξενοκράτειο Παρθεναγωγείο) και μετέτρεψε το σπίτι του στο Βουκουρέστι σε νοσοκομείο Ελλήνων. Το Ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης - 1 Σεπτεμβρίου 1821 Η νήσος Σαμοθράκη ξεσηκώθηκε τον Αύγουστο 1821 από τοπικά μυημένα μέλη της Φιλικής Εταιρείας με βοήθεια Ψαριανών. Την 1η Σεπτεμβρίου 1821 τουρκικός στόλος υπό τον Καπουδάν Πασά Νασουχζαντέ Αλή Πασά / Καρά Αλή αποβιβάζεται. Σκότωσε το μεγαλύτερο μέρος του ανδρικού πληθυσμού, πήρε ως δούλους γυναικόπαιδα και έκαψε σπίτια. Η σφαγή έγινε σύμβολο τουρκικής βιαιότητας - αποτυπώθηκε στον πίνακα του Φρανσουά Ωγκύστ Βίνσον που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου. Σύμφωνα με αναφορά Δημογερόντων Σαμοθράκης προς Μονή Ιβήρων (1809) η Χώρα είχε 350 οικογένειες. Από τους 15.000 κατοίκους γλύτωσαν 25 οικογένειες. 700 άνδρες σφαγιάστηκαν, 1.500 πουλήθηκαν σκλάβοι στα παζάρια Ανατολής. Ήταν η αρχή των απάνθρωπων ενεργειών των Τούρκων στο Αιγαίο - ακολούθησαν Χίος 1822, Κάσος 27 Μαΐου 1824, Ψαρά Ιούνιος 1824. Στις 6 Απριλίου 1836 μαρτύρησαν οι Πέντε Νεομάρτυρες εκ Σαμοθράκης και Μάκρης - σύνδεση με Μάκρη Αλεξανδρούπολης. Τι έγινε στη Θράκη μετά Η επανάσταση καταπνίγηκε εύκολα λόγω ομαλού εδάφους και γειτνίασης με Κωνσταντινούπολη. Ο μητροπολίτης Μαρωνείας Κωνστάντιος, που ευλόγησε τα όπλα στο Πρωτάτο Καρυών τον Μάιο 1821 μαζί με Εμμανουήλ Παπά και ξεκίνησε με 5.900 πολεμιστές στη Χαλκιδική, χάθηκε πιθανότατα στη μάχη Ρεντίνας. Ο Εμμανουήλ Παπάς ξεψύχησε στο καράβι του Αινίτη Χατζή-Αντώνη Βισβίζη. Αλλά η Θράκη συνέχισε: πολλοί Θράκες στον τακτικό στρατό, στον πρώτο άτακτο ιππικό υπό Νικήτα Σταματελόπουλο (Θρακιώτες και Βούλγαροι ιπποκόμοι που δραπέτευσαν από Τριπολιτσά), και κορυφαία μορφή η καπετάνισσα Δόμνα Βισβίζη από την Αίνο. Μνήμη σήμερα Μνημείο Ολοκαυτώματος Σαμοθράκης, πίνακας Βίνσον στο Λούβρο Εκπαιδευτική δράση «Η καταστροφή της Σαμοθράκης το 1821» - Γ' Γυμνάσιο Σαμοθράκης 27/05/2024 Ντοκιμαντέρ «Οι Πέντε Νεομάρτυρες Σαμοθράκης & Μάκρης» - συνεντεύξεις Μητροπολίτη Ανθίμου Αλεξανδρούπολης Για την Αλεξανδρούπολη, το 1821 δεν είναι ιστορία πόλης αλλά ιστορία περιοχής - η γη των Κικόνων που έγινε Σαμοθρακική Περαία, που έγινε Σαντζάκι Δεδέαγατς , που έγινε Αλεξανδρούπολη το 1920.

Σάλη & Κίκονες: η αρχαία πόλη κάτω από την ΑλεξανδρούποληΝΕΟ
Ιστορία

Σάλη & Κίκονες: η αρχαία πόλη κάτω από την Αλεξανδρούπολη

Η Αλεξανδρούπολη είναι η νεότερη πόλη της Θράκης - ιδρύθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα ως ψαροχώρι από Αινίτες, Μακρινούς και Μαρωνίτες ψαράδες. Αλλά κάτω από την άσφαλτό της υπάρχει μια αρχαία πόλη: η Σάλη. Την αναφέρει ο Ηρόδοτος όταν περιγράφει την εκστρατεία του Ξέρξη το 480 π.Χ., ήταν μέρος της Σαμοθρακικής Περαίας και πριν από αυτήν, γη των Κικόνων που πολέμησε ο Οδυσσέας. Οι Κίκονες - οι πρώτοι κάτοικοι Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (7.59), όλη η ζώνη από το Δέλτα του Έβρου μέχρι τη Βιστωνίδα και τους πρόποδες της Ροδόπης «το παλαιόν ήν Κικόνων». Οι Κίκονες είναι το θρακικό φύλο που συναντά ο Οδυσσέας αμέσως μετά την Τροία. Στην Οδύσσεια (ραψωδία ι), ο Οδυσσέας με 12 καράβια σταματάει στην Ίσμαρο, την πόλη των Κικόνων. Εκεί σώζει τον ιερέα του Απόλλωνα Μάρωνα (γιο του Ευάνθη) που κατοικούσε σε πυκνό άλσος του Απόλλωνα. Ο Μάρωνας του χαρίζει το μαρωνίτικο κρασί με το οποίο αργότερα μεθάει τον Κύκλωπα Πολύφημο. Η Ίσμαρος ταυτίζεται με το όρος Ίσμαρος κοντά στη Μαρώνεια. Οι Κίκονες πολέμησαν γενναία στο πλευρό των Τρώων. Ο Όμηρος αναφέρει τη Μαρώνεια ως πατρίδα του Μάρωνα. Η Σαμοθρακική Περαία Η ιστορία του θρακικού αιγιαλού απέναντι από τη Σαμοθράκη διαμορφώθηκε από τις έξι εγκαταστάσεις της λεγόμενης σαμοθρακικής περαίας: Ζώνη, Δρυς, Μεσημβρία, Σάλη, Τέμπυρα και Χαράκωμα. Ο Ηρόδοτος (7.108) τις αποκαλεί «Σαμοθρηίκια τείχεα», δηλαδή οχυρές θέσεις. Ήταν οι ηπειρωτικές κτήσεις και φρούρια της Σαμοθράκης, τα Σαμοθράκια τείχη. Έλεγχαν το πέρασμα προς τη θρακική ενδοχώρα, είχαν άφθονη ξυλεία, νερό και διέξοδο στη θάλασσα. Οι περισσότερες δεν είχαν μεγάλα λιμάνια όπως η Μαρώνεια ή η Στρύμη, αλλά ήταν στρατηγικές. Η Σάλη Η αρχαία πόλη Σάλη ιδρύθηκε πιθανόν από τους Μαρωνείτες. Η παλαιότερη αναφορά είναι στον Εκαταίο τον Μιλήσιο (6ος αι. π.Χ.) που τη χαρακτηρίζει «πόλις Θράικης» και τη Ζώνη «πόλις Κικόνων». Ο Ηρόδοτος περιγράφει την εκστρατεία του Ξέρξη: «τον αιγιαλόν τόν προσεχέα Δορίσκω, όπου Σάλη τε Σαμοθρηικίη πεπόλισται πόλις και Ζώνη, τελευταία δε αυτού Σέρρειον άκρη ονομαστή. Ο δε χώρος ούτος το παλαιόν ήν Κικόνων» (7.59). Λίγο μετά: «παραμείβετο δε πορευόμενος εκ Δορίσκου πρώτα μεν τα Σαμοθρηίκια τείχεα, των εσχάτη πεπόλισται προς εσπέρης πόλις τη ούνομά εστι Μεσαμβρίη» (7.108). Άρα δυτικότερη είναι η Μεσημβρία, ανατολικότερα Σάλη και Ζώνη κοντά στον Δορίσκο. Ο Σκύλαξ (4ος αι. π.Χ.) αναφέρει: «Κατά ταύτα Σαμοθράκη νήσος και λιμήν. Κατά ταύτην εν τη ηπείρω εμπόρια Δρυς, Ζώνη...» Στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, Δρυς και Ζώνη (και Σάλη) αποσπώνται από Σαμοθράκη και μπαίνουν στην Αθηναϊκή Συμμαχία - φορολογικός κατάλογος IG I3 77 (422/421 π.Χ.) τις αναφέρει «παρά Σέρρειον». Το Σέρρειο είναι το ακρωτήριο Ίσμαρος, το πέρασμα προς την ενδοχώρα που αναφέρει ο Δημοσθένης. Πού είναι σήμερα η Σάλη; Αρχικά η έρευνα (Μπακαλάκης 1961, Muller 1975, Isaac 1986) τοποθετούσε τη Σάλη στην Αλεξανδρούπολη. Στην Αλεξανδρούπολη πράγματι βρίσκονται τυχαία ευρήματα: μελανοβαφής κεραμική, δύο κιβωτιόσχημοι ελληνιστικοί τάφοι, οροθετική επιγραφή 1ου αι. μ.Χ., ακέφαλο μαρμάρινο άγαλμα εφήβου, τμήμα πεσσού με κυμάτιο και ανάγλυφη κεφαλή, και κυρίως πλάκα με επιγραφή «Όρος χώρας ιεράς Θεών των εν Σαμοθράκη» (όριο της ιερής χώρας των Θεών της Σαμοθράκης) που επιβεβαιώνει την ταύτιση του χώρου. Σύμφωνα με τα ρωμαϊκά Οδοιπορικά (Itinerarium Antonini και Burdigalense), κατά τη ρωμαϊκή εποχή υπήρχε στη Σάλη σταθμός της Εγνατίας οδού, ο επόμενος μετά τα Τέμπυρα για ταξιδιώτες από δυτικά. Στη συνέχεια, ο Mottas (1989) την ταύτισε με τη Μάκρη, σύμφωνα με το Ιεροσολυμιτικό Δρομολόγιο που δείχνει τη Σάλη στα 15 μίλια από την Τραϊνούπολη - άποψη που θεωρείται σήμερα πειστικότερη (Λουκοπούλου κ.ά. 2005, Psoma 2008, Τσατσοπούλου-Καλούδη 2015). Άρα η Σάλη είναι είτε κάτω από την Αλεξανδρούπολη είτε ακριβώς δυτικά της, πάνω από τον οικισμό της Μάκρης. Γι' αυτό και το πρώτο boutique hotel της Θράκης ονομάστηκε «Sali» - το όνομα έχει ρίζες στον Ηρόδοτο και στην Εγνατία. Τι βλέπεις σήμερα Δεν υπάρχει οργανωμένος αρχαιολογικός χώρος Σάλης στην Αλεξανδρούπολη. Υπάρχουν: Τυχαία ευρήματα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης Η Ζώνη έχει ταυτιστεί με ακρίβεια - ανασκάπτεται στο σημείο όπου ο χείμαρρος Παλιόρεμμα (Σαπλί Ντερέ) εκβάλλει δυτικά της Μεσημβρίας Το πρόγραμμα ArcGeoPerSa (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης + ΙΤΕ + Εφορείες Ροδόπης/Έβρου + Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας) κάνει συστηματική επιφανειακή έρευνα, γεωφυσική διασκόπηση και τηλεπισκόπηση σε όλη την περαία Γιατί αξίζει Η Αλεξανδρούπολη δεν έχει αρχαίο τείχος να δείξει, αλλά έχει κάτι πιο σπάνιο: είναι χτισμένη πάνω σε μια από τις έξι πόλεις-φρούρια της Σαμοθράκης που έλεγχαν όλο το πέρασμα από Αιγαίο στην ενδοχώρα της Θράκης από τον 7ο αι. π.Χ. μέχρι τη ρωμαϊκή εποχή. Από τους Κίκονες του Οδυσσέα, στους Σαμοθράκες, στον Ξέρξη το 480 π.Χ., στην Αθηναϊκή Συμμαχία το 422 π.Χ., στον σταθμό της Εγνατίας, στους ψαράδες του 1850, στο Δεδέαγατς των 8 προξενείων, στην απελευθέρωση του 1920.